Παλαιολιθικά σύλλεκτα

Αποτελέσματα αναγνωριστικών ερευνών περιόδου 1976-1985

Του Ανδρέα Γ. Ανδρεΐκου
Ερευνητή στον τομέα της ανθρωπολογικής αρχαιολογίας

Δείγματα από το αρχείο
παλαιολιθικών ευρημάτων

••••

Τα εκτιθέμενα εδώ κινητά ευρήματα προέρχονται από τις προσωπικές συλλογές του συγγραφέα, σημαντικό μέρος των οποίων κατατέθηκε για φύλαξη και μελέτη με χρονική προθεσμία στο Ανθρωπολογικό Μουσείο Πετραλώνων Χαλκιδικής, στο Ανθρωπολογικό Μουσείο της Ιατρκής Σχολής και στο Ζωολογικό Μουσείο (θεματική περιοχή ανθρωπολογίας) του Τμήματος Βιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Το παρουσιαζόμενο υλικό περιγράφει τους γενικούς άξονες ενός επιστημονικού έργου που αφορά την ανακάλυψη και καταγραφή νέων, ιδιαίτερα σημαντικών για την Ελλάδα θέσεων παλαιολιθικού ενδιαφέροντος, κατά τις χρονικές περιόδους 1967-75/1976-85, όπως και την αξιολόγηση των περισυλλογών που προήλθαν από τις διεξαχθείσες αναγνωριστικές έρευνες (εξελικτικοί και χρονολογικοί προσδιορισμοί, τυπολογικές κατηγοριοποιήσεις, ορολογική διατύπωση). Διευκρινίζεται ότι τα αναγραφόμενα στοιχεία αφορούν πρωτότυπο έργο προσωπικής πνευματικής εργασίας, τα αποτελέσματα της οποίας έχουν δημοσιευθεί ή πρόκειται να επαναδημοσιευθούν προσεχώς με τη μορφή του έντυπου λόγου. Ένας μεγάλος αριθμός από τα συγκεντρωθέντα νέα ευρήματα, αποτελούν ιδιότυπα αντικείμενα για τα οποία δεν υπάρχουν καθοδηγητικά πρότυπα στη διεθνή αρχαιολογική βιβλιογραφία. Αποτελούν επομένως νέες μορφές και νέες αξιολογικές και αισθητικές κατηγορίες που ο προσδιορισμός τους ως αντικειμένων ιδιαίτερου επιστημονικού και καλλιτεχνικού ενδιαφέροντος οφείλεται στις πρωτότυπες μεθοδολογικές και ερμηνευτικές προσεγγίσεις του υπογράφοντος το παρόν ως ερευνητή – πνευματικού δημιουργού. Σ’ αυτό το δεδομένο ενυπάρχει η γενεσιουργός διεργασία σχηματισμού του «αρχικού υποκειμένου του δικαιώματος» και επί των προεκτάσεων του έργου στην εξαγωγή της επιστημονικής αξίας. Κατά συνέπεια, όπως από το έργο της προσωπικής τεκμηρίωσης συνάγεται, αλλά και σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία: α) «Ο δημιουργός ενός έργου είναι ο αρχικός δικαιούχος του περιουσιακού και του ηθικού δικαιώματος επί του έργου». β) «Τα δικαιώματα αποκτώνται πρωτογενώς χωρίς διατυπώσεις» (Νόμος 2121 4/4.3.1993, Κεφ. Β΄ άρθρο 6).

Η πνευματική ιδιοκτησία αποκτάται πρωτογενώς και προστατεύεται από την υφιστάμενη νομοθεσία χωρίς την ανάγκη απαγορευτικής ρήτρας των προσβολών της. Σύμφωνα με το Ν. 2387/1920 όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 2121/1993 και ισχύει μέχρι σήμερα (Πνευματική ιδιοκτησία, συγγενικά δικαιώματα και πολιτιστικά θέματα. – Α’ 25), επίσης, σύμφωνα με τη σύμβαση της Βέρνης που έχει κυρωθεί με το Ν. 100/1975, απαγορεύεται η αναδημοσίευση, η αποθήκευση σε ηλεκτρονικά συστήματα διάσωσης και γενικά η αναπαραγωγή του παρόντος έργου με οποιοδήποτε τρόπο ή μορφή, τμηματικά ή περιληπτικά, στο πρωτότυπο ή σε μετάφραση ή άλλη διασκευή, χωρίς τη γραπτή άδεια του συγγραφέα δημιουργού.

Η παρούσα δημοσίευση προστατεύεται.
Κάθε γνήσιο αντίτυπο φέρει το παραπλεύρως σήμα κατατεθέν.

ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ

ΠΡΟΛΟΓΙΚΑ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ

Η παρούσα δημοσίευση επιχειρείται σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά την ανακάλυψη των παλαιολιθικών υποβάθρων στην ευρύτερη περιοχή του Αιγαίου (1976-79) και αποτελεί μια, εν παρέργω, βραχεία αναφορά στο ιστορικό των αναγνωριστικών ερευνών που πραγματοποιήθηκαν από το συγγραφέα του παρόντος στη χρονική περίοδο 1976-85. Καταγράφοντας με πνεύμα πρόνοιας το πολύτιμο καταπίστευμα των απότατων προγονικών παραδόσεων σε μια εποχή ακόμη ανύποπτη για τις υποκρυπτόμενες στο βάθος του χρόνου αρχέγονες μορφές ζωής της αιγαιιδικής ανθρωπότητας, αλλά και για τα προβλήματα που θα ανέκυπταν στο χώρο της παλαιοαρχαιολογικής έρευνας, οι πρώτες σκέψεις του συγγραφέα ήταν να οριστούν οι γενικοί άξονες δράσης παίρνοντας υπόψη τη συνολικότερη εξέταση των στοιχείων που προσδιορίζουν τις συνάφειες ανάμεσα στην παλαιολιθική/προϊστορική παράδοση και τα υπαρκτά ακόμη στην εποχή μας επιβιώματά της. Με βάση τις σκέψεις αυτές τα προγράμματα εργασίας σε όλα τα στάδια σχεδιασμού των επιτόπιων ερευνών κάλυψαν ταυτόχρονα διαφορετικές θεματικές περιοχές με βασικό υπόδειγμα τις χωροταξικές μελέτες. Διαμορφώθηκε έτσι ένα πρωτογενές πιλοτικό σχέδιο πρακτικής δράσης με εξαρχής προσδιορισμένους στόχους. Η εφαρμογή του προγραμματικού αυτού σχεδίου είχε αναμφισβήτητα βαθύτατη επιμορφωτική επίδραση, αρχικά και για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα μέσα από διαδικασίες που θα μπορούσαν να τοποθετηθούν στο επίπεδο μιας ανεπιτήδευτης διδακτικής μετάδοσης πληροφοριών σύμφωνα με τους κώδικες της προφορικής παράδοσης. Βαθμιαία ωστόσο, η επιμορφωτική παρέμβαση πήρε το χαρακτήρα της συστηματικής παρουσίασης πρωτότυπων παρατηρήσεων ή συμπερασμάτων, με τρόπους όμως μη συμβατούς στην παθητική λογική της «διατεταγμένης» επιστήμης.

Τα πρωτοποριακά επιτεύγματα αυτής της ερευνητικής περιόδου αποτελούν χωρίς αμφιβολία σημαντικό ορόσημο για την κυοφορούμενη ελληνική παλαιολιθική αρχαιολογία, στο βαθμό που επαναθέτουν από διαφορετική σκοπιά και με νέους όρους καινούργια ερωτήματα σχετικά με την προέλευση των «προελληνικών» πολιτισμών. Η συμβολή του διεξαχθέντος αναγνωριστικού έργου καλύπτει πρωταρχικά δύο εξαιρετικής σημασίας μεταβολές : αφενός, τη μετακίνηση της «οπτικής γωνίας» έξω από τις «καθοδηγητικές γραμμές» θεώρησης των εξελικτικών φαινομένων που διαμορφώθηκαν στο παρελθόν υπό την επίδραση των πρώτων αποσπασματικών εκθέσεων των διερχομένων αλλοδαπών επιστημόνων από τη χώρα μας, για την απομονωμένη γεωγραφικά -όπως αρχικά εκτιμήθηκε-, παρουσία των νεοπαλαιολιθικών εξελικτικών φάσεων και τα «ατυπικά» χαρακτηριστιστικά τους. Αφετέρου, καλύπτει την επέκταση της εμπειρικής έρευνας στο αχανές πεδίο της λεγόμενης «κάτω παλαιολιθικής» και ειδικότερα όσον αφορά τις περιοχές Ιονίου, Θεσσαλίας, Θράκης και του νησιωτικού Αιγαίου (Αττικοκυκλαδικό σύμπλεγμα, Λέσβος, Κρήτη, Κύθηρα κ.α. 1979-80). Αποτελεί επομένως και τούτη η ανοικτή παρουσίαση, σε συνέχεια των προηγηθέντων προκαταρκτικών ανακοινώσεων του συγγράφοντος, συναγωγή σε συνοπτική διατύπωση συμπερασμάτων μιας πολύχρονης όσο και επίμοχθης εξερευνητικής προσπάθειας, που ξεκίνησε με προκαθορισμένο στόχο την αναζήτηση του εκγενετικού πυρήνα των νεολιθικών πολιτισμών στα γεωγραφικά ιδίως διαμερίσματα, για τα οποία όλες οι αναφορές στο παρελθόν ήταν αρνητικές.

Το ότι δεν υπήρξε έως τώρα η ανάλογη με το μέγεθος και τη σημασία του ερευνητικού εγχειρήματος, έκθεση των αποτελεσμάτων στο φως της δημοσιότητας, οφείλεται σε πολλούς ειδικούς λόγους. Πρώτ’ από όλα η προκατάληψη που επικρατούσε μέχρι πρόσφατα όσον αφορά τη συμμετοχή του Αιγαίου στην παλαιολιθική εξέλιξη, όπως επίσης και το απότοκο αυτής της προκατάληψης γεγονός ότι, στην Ελλάδα, σε αντίθεση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, δεν παρέχεται πανεπιστημιακή κάλυψη πάνω στο γνωστικό αντικείμενο της ανθρωπολογικής αρχαιολογίας, αποτέλεσε έναν ισχυρό ανασχετικό παράγοντα στην προσέγγιση των νέων ανακαλύψεων. Η άγνοια επομένως του διατεταγμένου διοικητικοεπιστημονικού κόσμου αποτέλεσε έναν αρνητικό μέχρι τώρα σύμβουλο στην υποδοχή και υποστήριξη του επιτελεσθέντος έργου. Από την άλλη πλευρά, η όποια πρόδρομη ιδιωτική πρωτοβουλία, όπως ήταν επώμενο, αναπτύχθηκε υπό τις συνθήκες αυτές έξω από τον ακαδημαϊκό χώρο σχηματίζοντας το κλειστό επίσης πεδίο ενός είδους ακτιβιστικής παλαιοαρχαιολογίας προσανατολισμένης στην κατάρριψη παγιοποιημένων αντιδραστικών μύθων, παρά στην «ενταξιακή» διαδικασία. Σημαντική ανασταλτική επίδραση είχε επίσης η σκέψη πως έπρεπε να διαφυλαχθούν οι παλαιολιθικές αποθέσεις από το ενδεχόμενο να καταστούν στην περίπτωση της πρόωρης ευρείας γνωστοποίησης, αντικείμενο αρχαιοθηρίας, πολύ περισσότερο, λαμβάνοντας υπόψη πως δεν υπήρχε, όπως δεν υπάρχει εξάλλου και σήμερα, κανένας φορέας ικανός να διαχειριστεί τα προβλήματα σχετικά με την προστασία των παλαιολιθικών αποθεμάτων της ελληνικής υπαίθρου. Ένας άλλος σοβαρός λόγος, αφορά την έκταση του πληροφοριακού υλικού, η επιστημονική επεξεργασία και η επιβαλόμενη αξιοποίηση του οποίου, υπερβαίνει οπωσδήποτε τα πλαίσια της ατομικής πρωτοβουλίας. Παράλληλα, πρέπει να ομολογηθεί πως, ανεξάρτητα από τα εξωτερικά εμπόδια, δεν υπήρξε ούτως ή άλλως και η πρόθεση από την πλευρά του γράφοντος, εμπλοκής σ’ ένα συγγραφικό έργο που εκ των πραγμάτων θα απαιτούσε οριακές δοκιμασίες σ’ ένα στάδιο ήδη μεγάλης σωματικής και ψυχικής κόπωσης από την εξερευνητική περιπέτεια. Η πεποίθηση από την άλλη πλευρά, ότι το συγκεντρωμένο υλικό θα μπορούσε να καταστεί αντικείμενο μελέτης εκ μέρους διαπιστευμένων επιστημόνων, με κάποια έστω μερική ή συναφή ειδίκευση, αποδείχτηκε παρελθόντος του χρόνου μια θλιβερή αυταπάτη. Υπερίσχυσε καθώς φαίνεται η προκατάληψη αλλά και ο φόβος της αρχαιογνωστικής υστέρησης -ίσως και με κάποια δόση υστεροβουλίας.

Σ’ έναν ορισμένο βαθμό πάλι, η αντιρρητική στάση του παραδοσιακού ακαδημαϊκού περιβάλλοντος υποκινήθηκε εξ αιτίας και των αποκλίσεων από τα οικεία για το χώρο της προϊστορικής αρχαιολογίας μεθοδολογικά «μοντέλα πειθαρχίας», μέσω των οποίων η κατεστημένη «επιστημονική ορθοδοξία» αυταξιώνεται διατάσσοντας το αντικείμενό της μ’έναν στερεότυπο τρόπο, ξεκινώντας από τους χρονολογικούς προσδιορισμούς και τις στατιστικοσυγκριτικές αναλύσεις με βάση τα τυπολογικά και λειτουργικά γνωρίσματα των υλικών ευρημάτων. Κλασικές ορθολογικές αναπαραστάσεις αυτές, που ανάγουν την καταγωγή τους στο 18ο αιώνα σαν τεχνική επιβολής μιας διανοητικής «τάξης», σύμφωνα με τους κανόνες της οποίας, η γνώση παράγεται και μεταδίδεται ως ένα διατεταγμένο σύμπλεγμα ιδεατών τύπων και που, σ’ό,τι αφορά τις προσεγγίσεις στο τεχνηματικό πεδίο της απώτερης προϊστορίας, συνήθως στηρίζονται στην επιλεκτική δειγματοληψία με υποκειμενικά κριτήρια μέσα από αποσπασματικούς χώρους των «περιφερειακών» συστημάτων της παλαιολιθικής εξάπλωσης και δεν απαντούν σε ερωτήματα σχετικά με τις ποιοτικές παραμέτρους του αντικειμένου. Αντιθέτως, στο «Εξερευνητικό Πρόγραμμα για το Παλαιολιθικό Αιγαίο» (Α. Ανδρεΐκος, 1978-85), εισάγεται ένα πολυδιάστατο σύστημα στην αναγνώριση, ανάλυση και αξιολογική κατηγοριοποίηση λιθοτεχνικών συνόλων, ο άξονας του οποίου στηρίζεται στη εξαγωγή συμπερασμάτων πρωταρχικά επί των κοινωνικών υποδηλώσεων του τεχνεργαστικού επιτελέσματος με προσανατολισμό στη διάκριση των εξελικτικών σταδίων, όπως και στην κοινωνική θεμελίωση της εμπειρικής έρευνας και της θεωρίας, αξιοποιώντας ταυτόχρονα, μέσω των εμπειρικών επιστημονικών παρατηρήσεων, προεγεγραμμένα προσωπικά βιώματα στο επίπεδο της παραδοσιακής εργοτεχνίας (1948-74). Στον προσεγγιστικό αυτόν εναξονισμό διευθετούνται μια σειρά άλλοι, προσθετικής σημασίας συστατικοί παράγοντες του μεθοδολογικού σχεδίου, (όπως ενδεικτικά: σχετικά με τα πετρολογικά περιβάλλοντα, τις διατοπικές συναρτήσεις, τους κοινωνικούς προκαθορισμούς στη μορφοτύπωση των τεχνέργων, την προβολή των τοπικών εξελικτικών τύπων πάνω στη μακροεξελικτική κλίμακα κ.λπ.). Σημαντικό ρόλο κατέχει επίσης η διαδικασία επισήμανσης των επιβιώσεων της πανάρχαιας παράδοσης της τεχνολογίας του λαξευτού λίθου στη νεότερη εποχή -για παράδειγμα, με την άμεση συμμετοχή στους τόπους εργασίας των παραδοσιακών πετράδων χτιστών-, παίρνοντας σ’αυτή την περίπτωση ως αφετηρία την υπόθεση πως, η τεχνεργασιακή εμπειρία του παλαιολιθικού και του σύγχρονου «εξωτικού» ανθρώπου, συνυφαίνονται διαχρονικά και συνεκφράζονται ως αρθρωμένος δεσμός και ως καταστάλαγμα μιας διεργασίας με χαρακτηριστικά συνόλου. Αυτή η αντίληψη του αρθρωμένου δεσμού μεταξύ του αρχέγονου και των επιβιώσεών του κατέχει οπωσδήποτε μια κεντρική θέση στο σχεδιασμό του όλου ερευνητικού έργου.

Η απομάκρυνση από τα μεθοδολογικά στερεότυπα προσέδωσε νέα ενέργεια στην επινόηση τρόπων για την παράκαμψη ορισμένων ανυπέρβλητων έως τώρα εμποδίων όσον αφορά την αναγνώριση των «δυσανάγνωστων» όψεων του παλαιολιθικού υπόβαθρου, που αποτελούν πρέπει να υπογραμμίσουμε, το κυρίαρχο δηλωτικό στοιχείο της ταυτότητάς του. Η επιτυχής για παράδειγμα, μεταφορά στο χώρο της «πολιτισμικής αρχαιολογίας» των μεθόδων αποτύπωσης και ανάλυσης στοιχείων υπαίθρου που χρησιμοποιεί η χωροταξική επιστήμη, συνδυασμένες, όχι αυθαίρετα, με μιαν αυτοαναφορική ανάγνωση του λιθοτεχνικού υλικού μέσω των αναδεικνυόμενων στις συνθήκες της μεταπολεμικής πολιτιστικής κρίσης, διεργασιών ανασυγκρότησης της «συλλογικής μνήμης», αποτέλεσε μια εξαιρετικά αποδοτική διαδικασία. Παράλληλα προς το γεγονός ότι, η συντονισμένη ανακάλυψη πολλών νέων παλαιολιθικών θέσεων και η προσκόμιση πληθώρας πρωτότυπων συγκριτικών στοιχείων απ’ όλο σχεδόν το γεωγραφικό ανάπτυγμα του ελληνικού χώρου, έδωσε για πρώτη φορά τη δυνατότητα χάραξης κάποιων ασφαλών συντεταγμένων για την προσέγγιση στις αρχαιότερες φάσεις της εξέλιξης, επέτρεψε μέσα από μια διαδικασία αυθόρμητης παραγωγικής αναγωγής να ανακληθούν οι μνήμες της «εξωτικής ιθαγένειας» πάνω σε βασικά εμπειρικά αξιώματα της παραδοσιακής τεχνεργασίας, ανοίγοντας το δρόμο για την κατανόηση και τη διαπραγμάτευση ανεπίλυτων έως τότε προβλημάτων ως προς τα εμφανιζόμενα «πολιτισμικά κενά» μέσα στον ορίζοντα της παλαιολιθικής ανέλιξης και την τυπολογική «ατυπικότητα» στα προφίλ των λιθοτεχνιών. Έτσι, κρίνοντας από τα αποτελέσματα, αποκτά ένα θετικό φορτίο η διακρίβωση ότι οι διαδρομές προσέγγισης του γνωστικού αντικειμένου, καθορίζονται και επιχειρούνται επιτυχώς υπό το πρίσμα μιας προσωπικής οπτικής γωνίας με έδραση στις βιωματικές εμπειρίες, όπως αυτές μορφώνονται στο πλαίσιο της «ζώσας παράδοσης», αλλά και ταυτόχρονα, αποκτούν μια ιδιάζουσα ενεργηματική έκφραση στις συνθήκες της μεταπολεμικής ανατροπής, η οποία προπαντός, θα επαναλάβουμε, καθορίζει με ιδιαίτερο τρόπο την επαφή με το φυσικό, κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον, κατευθύνοντας σε συγκεκριμένη πορεία τη διανοητική επεξεργασία των προσλαμβανόμενων παραστάσεων από τις βίαιες μετασχηματοποιήσεις του βιωματικού χώρου μέσω της διαδικασίας του «εκπολιτισμού». Αυτός ο δεσμός που ανακύπτει απροσδόκητα ανάμεσα στην προσληπτική θέση του ιθαγενούς ερευνητή και στην εκταπεινωμένη εικόνα του εξωτικού κόσμου κάτω από την πίεση που ασκούν οι διατεταγμένες δυνάμεις του «υπανάπτυκτου» ή «αναπτυσσόμενου» αστικού μηχανισμού, προσδιορίζει μια ιδιαιτερότητα από την οποία αντλεί το αναφορικό περιεχόμενό της η όποια «συμμετοχική σχέση» με τις συναφείς προς το αντικείμενο της παρατήρησης εφαρμογές της παραδοσιακής «λαϊκής» εργοτεχνίας, λαμβάνοντας πριν απ’ όλα υπόψη ότι, η κοινωνικοπολιτική κρίση που καταγράφεται στο μεσοδιάστημα του προηγούμενου αιώνα, συνετέλεσε με πολλούς τρόπους στην απώθηση (εδαφική, οικονομική, κοινωνική, πολιτιστική κ.λπ.) των «περιφερειακών» πληθυσμών, και κατά φυσική προέκταση, οδήγησε σε πολλές περιπτώσεις στην εξαναβίωση των καταστάσεων της ενδημιουργικής δράσης -μια μορφή δράσης που προσιδιάζει σ’ έναν πρωτοταγή συμπεριφορισμό, συναφή μ’ αυτόν της προϊστορικής βιοτείας.

Στις δεδομένες ιστορικές συνθήκες επομένως, η «παραγωγική» ικανότητα της «προσωπικής οπτικής γωνίας» σ’ό,τι αφορά τη διερεύνηση της πολύπλοκης συνάρτησης που υφίσταται ανάμεσα στην αρχαία παράδοση και τις παρεφθαρμένες επιβιώσεις της ή τις παρακμιακές εξαναβιώσεις ορισμένων πτυχών αυτής της παράδοσης μέσα στις υπαρκτές ακόμη στην εποχή μας συντεταγμένες ενός αρχαιόμορφου γεωτεκτονικού – πολιτισμικού τοπίου, πέρα απ’ το γεγονός ότι, στη θέση της οικείας για την καθιδρυμένη αρχαιολογία μηχανιστικής σύλληψης των «ιδανικών» όψεων της αρχαιότητας, εισάγει στο ερευνητικό πεδίο την απομυθοποιητική διάχυση της βιωματικής εμπειρίας, εμπλέκει επιπρόσθετα στο αναλυτικό σύστημα μεταφορές εννοιολογικών κατηγοριών από το χώρο των κοινωνιολογικών επιστημών, πράγμα που, υπό τις επικρατούσες ελλιπείς προγραφές εγκυρότητας στο γνωστικό εξοπλισμό της παλαιολιθικής αρχαιολογίας, δυσκολεύει ίσως την «επικοινωνιακή» διατύπωση των νέων προτάσεων, που παρουσιάζονται είναι αλήθεια, συχνά με όρους μη επαρκώς επεξεργασμένους και εύληπτους για το πλατύ αναγνωστικό κοινό. Παρ’ όλα αυτά το ζητούμενο για την παλαιολιθική/προϊστορική έρευνα, θα πρέπει να υπογραμμίσουμε, παραμένει πάντοτε η υπέρβαση του νεοποζιτιβισμού και του απριορικού ορθολογισμού που παρισφρύουν μέσω της επικουρικής υποστήριξης των θετικών επιστημών στο χώρο της παλαιοαρχαιολογίας για να αναπαράγουν ένα σύστημα εικονικότητας εναρμονισμένο στη δική του εσωτερική λογική, προς μια ερμηνευτική προσέγγιση πάνω την κοινωνική διάσταση του αρχαιολογικού υλικού. Ως προς αυτό το σημείο η αυθεντική βιωματική μαρτυρία έχει έναν σημαίνοντα διαμεσολαβητικό ρόλο στην αποτύπωση της πραγματικότητας.

Βέβαια, τα παραπάνω αποδίδουν ένα πολύ γενικό και συνοπτικό σχήμα των παραμέτρων που επιδρούν στο επίπεδο της πρόδρομης έρευνας την περίοδο στην οποία αναφερόμαστε (1976-85). Έξω από το σχήμα αυτό συμμετέχουν πλήθος αδιάτακτες συνιστώσες, που συναρμόζονται γύρω από το μεθοδολογικό πυρήνα, ξεκινώντας από το στοιχείο του απρόβλεπτου στο άνοιγμα των προσβάσεων προς το πρωτογενές υπόστρωμα του πολιτισμικού αντικειμένου (cultural object) και τους αναπόφευκτους περιορισμούς που επιβάλλει ο υπολειμματικός χαρακτήρας του στη συναγωγή της «αντικειμενικής πραγματικότητας», μέχρι τις αισθητικές κρίσεις, ή και ακόμη, τη διαισθητική απόληψη της ασύλληπτης μέσω της «ορθολογικής επεξεργασίας» περιρρέουσας ατμόσφαιρας του «υπεραισθητού» μυστηρίου που παράγει το χωρικό τοπίο και, μέσα απ’ αυτό, ο υπαρκτός ακόμη στην εποχή μας άνθρωπος της «μαγικής σκέψης». Σημαντική επίδραση ασφαλώς ασκεί και η περιβάλλουσα τα ερευνητικά προγράμματα κοινωνική δυσλειτουργία, τόσο στην οργάνωση και το χρονικό – τοπολογικό προσανατολισμό των ερευνητικών εγχειρημάτων, όσο και στις «παρατηρησιακές αποφάνσεις». Εν ολίγοις, ο παλαιολιθικός ερευνητής κινείται μέσα σ’ ένα πολυδαίδαλο και πολυθραυσματοποιημένο πεδίο, έτσι που η επιχειρησιακή πρόοδος καθορίζεται πολλές φορές από τη συγκυρία των περιστάσεων παρά από τον εξαρχής εντελή σχεδιασμό της ερευνητικής δραστηριότητας. Ως προς τα ερωτήματα κατά συνέπεια, που πιθανόν να εγείρονται σχετικά με τις ενδεχόμενες μεθοδολογικές «απειθαρχίες», ερωτήματα τα οποία υποβάλλονται μάλλον από την επικρατούσα θεωρητική και ιδεολογική σύγχυση στους κόλπους της λεγόμενης «ορθόδοξης επιστήμης», συνυπολογίζοντας επιπλέον τις τρομακτικές ελλείψεις που παρουσιάζει ο τομέας της ανθρωπολογικής αρχαιολογίας στη χώρα μας, οπότε και τον αφετηριακό ουσιαστικά χαρακτήρα της, οπωσδήποτε θα ήταν στην παρούσα φάση πέραν του εφικτού να απαντηθούν με την επίδειξη μιας επιστημονικής αυστηρότητας, όπως αυτή η -αμφιλεγόμενη εξάλλου- αυστηρότητα της δυτικοευρωπαϊκής αρχαιολογικής παράδοσης που εξαντλείται στη διαδικασία των χρονολογικών και τυπολογικών προσδιορισμών, πολύ περισσότερο όταν, όπως στην προκείμενη περίπτωση, αναφερόμαστε σε μια εξαιρετικά εκτεταμένη μακροεξελικτική κλίμακα όπου τα παλιά αναλυτικά συστήματα και η εκλεκτικιστική «γλώσσα των προτύπων» δε μπορούν να έχουν εφαρμογή στο βαθμό που ολοένα περισσότερο η σύγχρονη συστηματική κατανοεί και προσπαθεί να εκφράσει τις άπειρες διϊστάμενες και συνεπιτασσόμενες δυνάμεις ή ιδιότητες πάνω σ’ένα αχανές όσο και χαοτικό εξελικτικό νεφέλωμα απεριόριστων ποικίλνσεων και αλληλουχιών.

Το ουσιώδες πάντως πέρα απ’όλα αυτά, έγκειται στο ότι επιχειρήθηκε για πρώτη φορά να συγκεντρωθεί με συστηματικό τρόπο ένα νεότυπο υλικό για συγκριτικές παρατηρήσεις, γεγονός που επιτρέπει να συσταθεί σήμερα η γενική εικόνα της συμμετοχής του ευρύτερου ελλαδικού χώρου στην παλαιολιθική εξέλιξη. Το επόμενο βήμα είναι να αποκαλυφθεί η ποιοτική διάσταση αυτής της συμμετοχής και ειδικότερα, να ερμηνευθεί η ιστορική και κοινωνική παράμετρός της.

Η παρούσα σύντομη παρουσίαση αποσκοπεί, πέρα από το να επισημάνει ορισμένα καθοριστικά σημεία στο ιστορικό της ερευνητικής προσπάθειας, να καταδείξει, σ’ ένα προανακοινωσιακό επίπεδο, την πολυπλοκότητα που διακρίνει το γνωστικό χώρο της ανθρωπολογικής αρχαιολογίας, φέρνοντας πιο κοντά στο οπτικό μας πεδίο ορισμένες πλευρές του αντικειμένου που μέχρι τώρα έμειναν «αόρατες» εξαιτίας της επιστημονικής προκατάληψης. Συμπληρώνοντας προηγούμενες δημοσιεύσεις (βλ., «Παλαιολιθικά υπόβαθρα στην Ελλάδα», Αθήνα 1997-98), στους σκοπούς επίσης εντάσσεται η απόπειρα να προδιαγραφούν ορισμένα κριτήρια με τη βοήθεια των οποίων μπορεί να επιτευχθεί η αναγνώριση του αρχαιότερου ιδίως υλικού, αλλά και να επιχειρηθεί επίσης η σύνθεση ενός νέου μακροεξελικτικού σχήματος με βάση τα δεδομένα που παρουσιάζει ο ελληνικός χώρος. Θα πρέπει να διευκρινιστεί ακόμη ότι, χωρίς να υφίσταται η ευχέρεια προσφυγής σε επιστημολογικές προθεωρήσεις με κριτικές προεκτάσεις –υποχρεωτική παρ’ όλα αυτά για παρόμοιες εργασίες-, ασκείται αποσπασματική κριτική στις επικρατούσες τάσεις, είτε αυτή, εμπεριέχεται στα κείμενα και τις υποσημειώσεις των ειδικών θεμάτων στο μέτρο μόνο που καθίσταται απαραίτητο σε ορισμένες περιπτώσεις να καταδειχθούν οι δυσμενείς επιδράσεις στην εμπειρική – θεωρητική έρευνα από την ιδεολογική διαμάχη του επιστημονικού κόσμου -μια διαμάχη που πολύ συχνά βυθίζεται μέσα στην παθολογία του αθέμιτου προσωπικού ανταγωνισμού. Η πολυπτύχωση στην ανάπτυξη του θέματος επιφέρει αντίστοιχα έναν κερματισμό στη ροή της αναλυτικής διαδικασίας και των επιχειρημάτων, η λογική όμως που τα διέπει είναι ενιαία.

Ο συγγραφέας της παρούσας έκθεσης ευχαριστεί όσους συνέδραμαν με την ηθική συμπαράστασή τους την πραγματοποίηση του «Εξερευνητικού Προγράμματος για το Παλαιολιθικό Αιγαίο».

Α. Α. Νοέμβριος 2000

* * *

Η επείσβαση στον ιδιογενή ορίζοντα της άγνωστης μέχρι πρόσφατα αρχαιοπλειστολιθικής στρωματογραφίας (κατώτεροι και μέσοι πλειστοκαινικοί χρόνοι), θα πρέπει να τονιστεί ότι προσδιορίζεται σε μεγάλο βαθμό από βιωματικούς ορισμούς. Η επαφή με τις ενδημιουργικές μορφές δράσης του πολυδιάστατου αλλά και ήδη εκπεσμένου στις μεταπολεμικές συνθήκες αγροτοποιμενικού χώρου της αττικής περιφέρειας, είναι αυτή που συγκροτεί αρχικά την εμπράγματη σχέση με τα τελευταία υπολείμματα της αρχαιότροπης παράδοσης των αγροπόλεων και της ορεσσίνομης υπαίθρου. Από την άλλη πλευρά, στις δεδομένες ιστορικές συγκυρίες, η υποβαθμιστική μεταλλαγή του οικολογικού τοπίου κάτω από την πίεση του «αναπτυσσόμενου» υποβιομηχανικού οικονομικού συστήματος, με τις παρεπόμενες ανατροπές στη διαδικασία μεταβίβασης της πολιτιστικής κληρονομιάς, ευνοεί την πρόσληψη και ερμηνεία της νεοελληνικής ιδιομορφίας -όπως αυτή εκδηλώνεται σε συνάρτηση με τις αναδεικνυόμενες στις κρίσιμες πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες νέες αστικές μορφές εξουσιαστικής εποπτείας πάνω στην περιφέρεια-, μέσα από ειδικές αναθεωρητικές οπτικές γωνίες. Είναι η στιγμή κατά την οποία συντελούνται μείζονος σημασίας μετασχηματοποιήσεις στο κοινωνικό, πολιτικό και πολιτισμικό πεδίο και οι εξερχόμενες από τα υπόγεια ρεύματα της ιστορικής διεργασίας «κοινωνικές πρωτοπορίες» της εποχής, διαρθρώνουν μια μαχητική εξωακαδημαϊκή συγκρότηση και δράση για να υπερκεράσουν τα αδιέξοδα της σημειούμενης αναντιστοιχίας ανάμεσα στην πολιτική και την πολιτισμική μορφολογία της ανασυγκροτούμενης κοινωνίας της ανισότητας. Έτσι μεταβάλλεται και η αντίληψη για τις παραδοσιακές συνδιαρθρώσεις του οικιστικού χώρου με το φυσικό και ιστορικό περιβάλλον. Η μεταβολή αυτή, που συντελείται ανεξάρτητα από την προοδευτική ή συντηρητική ταυτότητα των αναδεικνυόμενων νέων κοινωνικών φορέων της προς την κατεύθυνση ενός εκφυλιστικού «εκπολιτισμού» του φθίνοντος έτσι ή αλλιώς «παραδοσιακού λαϊκού χώρου», αποβλέπει στην παραπέρα ενίσχυση της διαδικασίας για την απορρόφηση της υπαίθρου από την πόλη. Αναπότρεπτα, η πολιτισμική παράδοση και το φυσικό πλαίσιό της μετατρέπονται για μια ακόμη φορά σε αντικείμενο δοκιμασίας των αναδιαρθρώσεων του «εκσυγχρονιζόμενου» ελληνικού αστικού συστήματος με βάση την προκατεστημένη λογική της «πρωταρχικής οικονομικής συσσώρευσης». Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες η κουλτούρα των εξωτικών κοινοτήτων και η υποκουλτούρα των «εσωτερικών μεταναστών» διασταυρώνονται για να παράγουν στο πλαίσιο της «ολοκληρωτικής ανάπτυξης» μια υβριδική κοινωνική υποστρωμάτωση, αποκομμένη οριστικά από τις αναγωγές της στην προϊστορική εμπειρία.

Οι προσλαμβανόμενες παραστάσεις όμως, αναφορικά με τις αυθεντικές ή επαναγωγικού χαρακτήρα απεργασιακές εκδηλώσεις της «λαϊκής παράδοσης», στην πορεία του χρόνου ανασυγκεφαλαιώνονται βιωματικά και πάλι, για να μετατραπούν σε διανοητικά εργαλεία μέσα από την επακολουθία μιας πολυεπίπεδης δράσης με τη μορφή της μεθοδικής εμπειρικής έρευνας. Η καταληκτική έκφανση του ερευνητικού αυτού έργου, συνοψίζεται τελικά με την προσφυγή σ’ έναν αφετηριακό στοχασμό σχετικά με το πρόβλημα της πολιτισμικής «συνέχειας», η κεντρική αναφορά του οποίου θα μπορούσε να διατυπωθεί πρόχειρα σε τούτο το βασικό εξαγόμενο : η πνευματική επιδομή της ελλαδικής εξέλιξης έχει τις πραγματικές αφετηρίες της στη μέχρι τώρα αγνοημένη από τις αστικές ιδεολογίες «πρωτόγονη σκέψη» της παλαιολιθικής αυτοχθογένειας, αλλά και ειδικότερα η μυθοποιημένη «διανοητική επανάσταση» της ελληνικής κλασικής αρχαιότητας εμπεριέχει τη διαδικασία της οικειοποίησης, ταυτόχρονα και της αλλοιωμένης εκφοράς αυτής της θεμελιακής ακόμη και για το σύγχρονο άνθρωπο, εξωτικής σκέψης της πρωτοκοινωνικής συνάρθρωσης. Παρ’ όλα αυτά, το παρελθόν εδραιώνει την εσαεί παρουσία της με την υλική μετουσίωσή της στο τεχνεργασιακό επιτέλεσμα (το «λιθικό τέχνεργο»), που αποτελεί, πρέπει να υπογραμμίσουμε, ένα έγκυρο είδος συμπυκνωμένου «γραπτού λόγου» για το μυημένο μελετητή και που, μέσω της κοινωνιολογικής ανάγνωσής του, γίνεται ο μάρτυρας της γνωστικής δυνητικότητας του πρώιμου προϊστορικού κόσμου, η αποκρυσταλλωμένη απόδειξη της εξωτικής σοφίας του, μέσα από την οποία αναδύεται η κοσμολογική διάσταση της ανθρώπινης νόησης.

Πέρα απ’ όλα αυτά, τα αναγνωριστικά ταξίδια στο Αιγαίο (1971-85), θα πρέπει να ομολογηθεί πως ενέχουν τη σκοπιμότητα της αναψηλάφησης και περισυλλογής των κερματισμένων υποστάσεων μιας προσωπικής ιστορίας. Πίσω από τα προκαλύμματα της επιστημονικής έρευνας, βρίσκεται αναμφίβολα η παρακινημένη από μια συναισθηματική διάθεση προσδοκία, για την ανασύσταση των προσλήψεων μιας προπερασμένης εμπραγμάτωσης στο επίπεδο των σχέσεων του «εξωτικού ιθαγενή» με το υπαρκτό ακόμη στη νεότερη Ελλάδα αρχέγονο γεωφυσικό τοπίo· υποκρύπτεται, μια αγωνιώδης σχεδόν προσπάθεια κατάδυσης στο Αρχιπέλαγος των «πολιτισμικών θραυσμάτων», που δεν είναι παρά μια αυτομυητική τελετουργία αισθητικού εξαγνισμού και ταυτόχρονα, μια απόπειρα φυγής από το νεοπαγή κόσμο των αβανταδόρων του «ανταποδοτικού πολιτισμού».

Η ατομική περιπέτεια ωστόσο, στο βαθμό που επιτυγχάνει να ανασυγκροτήσει μια αγνοημένη ιδιάζουσα πραγματικότητα γίνεται τελικά μέρος της συνολικής κοινωνικής διεργασίας. Κατά συνέπεια, τα αποτελέσματα των αναγνωριστικών ερευνών που έλαβαν χώρα κυρίως μετά το 1975, βασίζονται στην έκβλυση μιας κοινωνικής συνιστώσας, αποτελούν δηλαδή ενέργημα που εκπηγάζει από τις πραγματικές βιώσεις μιας ευρύτερης συλλογικότητας, και στη μνήμη αυτής της ήδη απερχόμενης συλλογικότητας οφείλει να ανταποδοθεί στις νεότερες γενιές ως ανόθευτη ειδολογική υποθήκη. Πολύ περισσότερο, η αίσθηση του ηθικού χρέους ανακύπτει, εφόσον οι ερευνητικές αυτές εργασίες εξακολουθούν να επηρεάζουν, μέσα κι έξω απ’τον ακαδημαϊκό περιβάλλον, προς την κατεύθυνση διαμόρφωσης μιας νέας αντίληψης για την ιστορικότητα του ελληνικού χώρου, πράγμα που συνεπάγεται την παρακολούθηση της πορείας μετάδοσης και διαχείρισης της αρχαιογνωστικής πληροφορίας. Και η ανάγκη αυτή επαυξάνει απ’ το γεγονός ότι στη χώρα μας δεν υπάρχει το κατάλληλο επιστημονικό δυναμικό, τουλάχιστο από την άποψη της ποσοτικής πληρότητας, ώστε ως αυτοδύναμος μηχανισμός να εγγυάται τις διαδικασίες των «επιστημονικών συμβάσεων». Δεν υφίσταται δηλαδή το θεσμοποιημένο συλλογικό σώμα για το είδος της εποπτείας που απορρέει από τις καταστάσεις της οργανωμένης επιστημονικής κοινότητας με κάποια παράδοση και που αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τις κρίσεις και αποφάνσεις ή συμφωνίες σ’ ό,τι αφορά την εγκυρότητα της σχέσης που αναπτύσσουν οι ειδικευμένοι επιστήμονες με το αντικείμενο της παλαιολιθικής αρχαιολογίας. Απέναντι σ’ αυτή την πραγματικότητα της καθομολογημένης υστέρησης του υπο συγκρότηση (;) επιστημονικού χώρου στο συγκεκριμένο γνωστικό επίπεδο, όπως και από την άποψη της νομοθετημένης αρμοδιότητας, κατ’ αναλογία και προς την πραγματικότητα της ανταγωνιστικής θησαυροθηρίας, στην οποία επιδίδεται ένας μικρός αριθμός κρατικών υπαλλήλων υπό την ασφυκτική επιρροή των ξένων επιστημονικών ιδρυμάτων, θα πρέπει υποχρεωτικά να αντιταχθεί ο κοινωνικός εποπτικός έλεγχος με οποιαδήποτε μέσα για την προστασία των τόσο σημαντικών για τη χώρα μας αρχαιολογικών ανακαλύψεων. Δε θα αποκρύψουμε πως, μεταξύ άλλων επιδιώξεων, η παρούσα δημοσίευση αποβλέπει και σ’ αυτό το σκοπό.

Α. Α. Νοέμβριος 2003

Διασκευασμένα αποσπάσματα από τον πρόλογο στην έκδοση «Η Παλαιολιθική Ελλάδα»

••••

Εργοβιογραφικά στοιχεία

  • 1963 Δίπλωμα της Σχολής Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού.
  • 1965 Συμμετοχή στην εκπόνηση των μελετών πολεοδομικής – πολιτιστικής ανάπτυξης για τις περιοχές Χανίων – Σούδας, υπό την επιστημονική επιμέλεια του πολεοδόμου καθηγητή της Αρχιτεκτονικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Θ. Αργυρόπουλου, και του πολεοδόμου – αρχιτέκτονα Α. Τρίτση (αποτυπώσεις υπαίθρου, χαρτογραφικές αναλύσεις, σχεδιαστικές εργασίες, καλλιτεχνική επιμέλεια).
  • 1968(-71) Συμμετοχή στην εκπόνηση των μελετών πολιτιστικής ανάπτυξης του Αγίου Όρους, υπό την επιμέλεια του αρχιτέκτονα και καθηγητή της Ρυθμολογίας στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, εκλειπόντα ακαδημαϊκού Π. Μυλωνά. (καταγραφή, αποτυπώσεις, συντήρηση βυζαντινών μνημείων, τοπογραφικές και χαρτογραφικές σχεδιαστικές εργασίες).
  • 1968(-73) Επισημάνσεις προϊστορικών λιθοτεχνιών σε παράκτιες θέσεις της Ανατολικής Αττικής (Ραμνούντα μέχρι Λεγρενά).
  • 1971 Περιηγήσεις στα νεογενή και πλειστοκαινικά τοπία του Αιγαίου. Παρατηρήσεις γεωλογικού και παλαιοντολογικού ενδιαφέροντος (Αίγινα, Λέρος, Κάλυμνος, Πάτμος). Πρώτες επισημάνσεις προϊστορικών λιθοτεχνιών στην Αίγινα (Αγία Μαρίνα, Κοντός κ.α.).
  • 1975(-76) Πρωτοβουλίες για την αναβίωση της παραδοσιακής λαϊκής κοσμηματοτεχνίας με βάση την κεραμική ύλη.
  • 1976 Πρώτες επισημάνσεις παλαιολιθικής στρωματογραφίας στην περιοχή Οιτύλου Λακωνίας (Καραβοστάσι, Μελιτζιά, Καλαμάκι, Μπάλιαρη, Απήδημα, Πλάκα, Νιαρχιάνικο, Διρός κ.α.). Ανακάλυψη του πρώτου παλαιοανθρωπικού κρανίου στη θέση Απήδημα Λακωνίας.
  • 1978 Δίπλωμα ευρεσιτεχνίας του Υπουργείου Εμπορίου για την εφεύρεση μεθόδου παραγωγής προϊόντων συναφών με το παραδοσιακό λαϊκό κόσμημα.
  • 1978 Έναρξη οργανωμένων αναγνωριστικών ερευνών στην ευρύτερη περιοχή της Μάνης. Γνωστοποίηση των πρώτων αποτελεσμάτων στο Δ. Σ. της Ανθρωπολογικής Εταιρείας Ελλάδος.
  • 1979 Ανακάλυψη νέων παλαιοανθρωπολογικών ευρημάτων στο Απήδημα Λακωνίας (Απρίλιος 1979).
  • 1979 Επισημάνσεις για πρώτη φορά παλαιολιθικών λιθοτεχνιών στον κυκλαδικό χώρο (Ν. Πάρος, Απρίλιος – Μάιος 1979).
  • 1979 Παρακολούθηση των προγραμμάτων του «Διεθνούς Συνεδρίου Νεογενούς Μεσογείου», Αθήνα και Κρήτη.
  • 1979 Οργάνωση «Εξερευνητικού Προγράμματος για το Παλαιολιθικό Αιγαίο» με αυτοχρηματοδότηση (1979-85). Έναρξη νέων αναγνωριστικών ερευνών στην Ανατολική Αττική, στις Κυκλάδες, (Ιανουάριος – Απρίλιος 1979) και στην Ικαρία (Σεπτέμβριος 1979).
  • 1979 Τακτικό Μέλος της Ανθρωπολογικής Εταιρείας Ελλάδος (Ιούνιος 1979).
  • 1979 Κατάθεση προανακοινωσιακής εργασίας για την παλαιολιθική της Ικαρίας στο ΣΤ΄ «Διεθνές Συμπόσιο Αιγαίου», που συνήλθε στα Θέρμα Λευκάδας της Ν. Ικαρίας υπό την Αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού.
  • 1979 Προσκεκλημένος συνεργάτης στις ανασκαφικές έρευνες του παλαιολιθικού Σπηλαίου Πετραλώνων Χαλκιδικής (Νοέμβριος 1979). Πρώτες επιτόπιες αξιολογήσεις του επιφανειακού λιθοτεχνικού υλικού από τον εξωτερικό χώρο του σπηλαίου.
  • 1980 Ανακάλυψη αρχαιοπλειστολιθικών λιθοτεχνιών στη Θεσσαλία (Μ. Μοναστήρι, Συκούριο, Γυρτώνη, Μακρυχώρι, Αμπελάκια κ.α.). Συνεχιζόμενη συνεργασία στις παλαιολιθικές ανασκαφές του σπηλαίου Πετραλώνων Χαλκιδικής (1980-81). Προσωπικές αναγνωριστικές έρευνες στην ευρύτερη περιοχή της Χαλκιδικής.
  • 1981 Οργάνωση εκπαιδευτικού προγράμματος στα πλαίσια των επιμορφωτικών εκδηλώσεων της Ανθρωπολογικής Εταιρείας Ελλάδος, με συμμετέχοντες εκπαιδευόμενους φοιτητές της Φιλοσοφικής Σχολής και του Τμήματος Βιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών (εκπαιδευτικές εφαρμογές για το γνωστικό αντικείμενο της παλαιολιθικής αρχαιολογίας με επιτόπια μαθήματα).
  • 1981 Προσωρινή παραχώρηση σειράς λίθινων ευρημάτων από την ευρύτερη περιοχή του Αιγαίου στο Ανθρωπολογικό Μουσείο Πετραλώνων Χαλκιδικής.
  • 1981 Επισήμανση – καταγραφή νέων παλαιολιθικών θέσεων στην περιοχή της Δυτικής Ηπείρου (Κανέτα, Τσιρόπολη, Νέα Φιλιππιάδα κ.α.).
  • 1981-82 Συμμετοχή στο «Α΄ Πανελλήνιο Συνέδριο Ανθρωπολογίας», που συνήλθε στα Πετράλωνα Χαλκιδικής υπό την Αιγίδα της Προεδρίας της Ελληνικής Δημοκρατίας. Προκαταρκτική ανακοίνωση για τις διεξαχθείσες αναγνωριστικές έρευνες στην ευρύτερη περιοχή του Αιγαίου.
  • 1982 Διοργάνωση περιηγητικής αποστολής με ενημερωτικό και επιμορφωτικό χαρακτήρα σε προεντοπισμένες παλαιολιθικές θέσεις της μεσσηνιακής και λακωνικής Μάνης.
  • 1985 Δραστηριότητες σχετικές με την αποκατάσταση παραδοσιακών κατοικιών στην περιοχή Αρεόπολης Λακωνίας. Ανάπτυξη πρωτοβουλιών με επιμορφωτικούς στόχους στον τομέα της παραδοσιακής λιθοδομίας (1981-94).
  • 1986 Συμμετοχή στο «Β΄ Πανελλήνιο Συνέδριο Ανθρωπολογίας», που συνήλθε στην Αθήνα με διοργανωτική πρωτοβουλία της Ανθρωπολογικής Εταιρείας Ελλάδος. Συμπληρωματική προκαταρκτική ανακοίνωση για τις παλαιολιθικές λιθοτεχνίες της μεσσηνιακής και λακωνικής Μάνης.
  • 1992-93 Συμμετοχή στην προγραμματική οργάνωση και διεξαγωγή των πρώτων ανασκαφών του γαλλικού Institut de Paléontologie Humaine στο παλαιολιθικό σπήλαιο “Καλαμάκι” της περιοχής Αρεόπολης Λακωνίας, με τη συνεργασία της Εφορείας Σπηλαιολογίας – Παλαιοανθρωπολογίας του Υπουργείου Πολιτισμού.
  • 1993-96 Εποπτική παρακολούθηση των δραστηριοτήτων του Ανθρωπολογικού Μουσείου Αθηνών και του Intitute Paléontologie Humain στην περιοχή της Μάνης.
  • 1996 Προσκεκλημένος συνεργάτης του Ανθρωπολογικού Μουσείου της Ιατρικής Σχολής του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.
  • 1996 Μέλος της Εξελεγκτικής Επιτροπής της Εταιρείας Φίλων του Ανθρωπολογικού Μουσείου Αθηνών (ΕΦΑΜ).
  • 1996-97 Εκπόνηση προμελέτης σχετικά με τα ανασκαφικά αποτελέσματα στο Απήδημα Λακωνίας περιόδου 1981-84.
  • 1997 Πρωτοβουλίες για τη «Διοργάνωση των Πολιτιστικών Εκδηλώσεων Αυγούστου 1997» στην Αρεόπολη Λακωνίας με τη συμμετοχή του Ανθρωπολογικού Μουσείου Αθηνών. (Παρουσίαση των αποτελεσμάτων από τις ανασκαφές στο Απήδημα και γεωλογικών δειγμάτων από προσωπικές συλλογές).
  • 1998 Πρόταση στο Δήμο Αρεόπολης Λακωνίας για την ίδρυση Οργανισμού Ανθρωπολογικού Μουσείου.
  • 1999 Πρόταση αξιοποίησης ερευνητικού έργου στη Διεύθυνση του Ανθρωπολογικού Μουσείου του Πανεπιστημίου Αθηνών.
  • 2001 Πρόταση αξιοποίησης ερευνητικού έργου στο Τμήμα Βιολογίας της Σχολής Θετικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών. Παραχώρηση παλαιολιθικών ευρημάτων στο Φυσιογραφικό Μουσείο του Πανεπιστημίου Αθηνών με σκοπό την επιστημονική και μουσειακή αξιοποίηση.
  • 2003 Συμμετοχή στην πρόταση αξιοποίησης ερευνητικού έργου προς το Υπουργείο Αιγαίου εκ μέρους της Σχολής Θετικών Επιστημών (Τομέας Φυσιολογίας Ζώων και Ανθρώπου, επιστημονικός υπεύθυνος Δρ Σ. Μανώλης).
  • 2004 Πρόταση αξιοποίησης ερευνητικού έργου προς τη Διεύθυνση Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων και το Γραφείο Υφυπουργού του Υπουργείου Πολιτισμού.

Επιστημονικές ανακοινώσεις και δημοσιεύσεις

  • «Η παλαιολιθική Εποχή στη Μάνη», Άνθρωπος, τ.7, 1979-80.
  • «Τριτογενή λιθοτεχνικά συστήματα του Αιγαίου». Περίληψη στο Πρόγραμμα ανακοινώσεων του Α΄ Πανελλήνιου Συνεδρίου Ανθρωπολογίας, Πετράλωνα Χαλκιδικής 1982.
  • «Μειοπλειοκαινολιθικά λιθοχειροτεχνικά συστήματα του Αιγαίου», Άνθρωπος τ. 10, 1983. Πρακτικά Α΄ Πανελλήνιου Συνεδρίου Ανθρωπολογίας, Πετράλωνα Χαλκιδικής 1982.
  • «Η εξέλιξη των χειροτεχνιών του λίθου στη Μάνη Λακωνίας», Άνθρωπος τ. 12, 1987-90. Πρακτικά Β΄ Πανελλήνιου Συνεδρίου Ανθρωπολογίας, Αθήνα 1986.
  • «Παλαιολιθικές εργοτεχνίες στην Ανατολική Αττική», Σεπτέμβριος 1991. Ανακοίνωση στο Δ΄ Συμπόσιο Ιστορίας και Λαογραφίας Αττικής. Διοργάνωση του Δήμου Άνω Λιοσίων με επιστημονικό φορέα το Σύλλογο Αρβανίτικου Πολιτισμού «Γρίζα». Υπό την Αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού.
  • «Οι κατώτερες παλαιολιθικές λιθοτεχνίες της Δυτικής Ηπείρου και του Ιονίου», Αθήνα 1993-94.
  • «Τα παλαιολιθικά της Μάνης – Απαρχή και εξέλιξη των πολιτισμών του λαξευτού λίθου στη λακωνική και μεσσηνιακή Μάνη» (ερευνητική περίοδος 1976-86), Αθήνα 1994.
  • «Η συντεχνιακή αρχαιολογία», Αθήνα 1995.
  • «Παλαιολιθικά υπόβαθρα στην Ελλάδα – Γενική εισαγωγή στην ελλαδική παλαιολιθική – Αναδημοσίευση προκαταρκτικών ανακοινώσεων περιόδου 1980-94», Α΄ έκδοση, Αθήνα 1997.
  • «Η ύστερη νεοπλειστολιθική περίοδος στη Μάνη – Ανάλυση παλαιοαρχαιολογικών στοιχείων, θέση Απήδημα – ΛΑΟ 1Γ», Αθήνα 1997. Μελέτη για το Ανθρωπολογικό Μουσείο του Πανεπιστημίου Αθηνών.
  • «Αποτελέσματα αναγνωριστικής έρευνας στην περιοχή του όρμου Κακουρίου Μάνης», Αθήνα 1997. Έκθεση κατατεθείσα στο Ανθρωπολογικό Μουσείο του Πανεπιστημίου Αθηνών σχετικά με την ανεύρεση απολιθωμένου σκελετού ελέφαντα κατά το έτος 1978. Βλ., ΑΜΑ/405/14.2.1997.
  • «Παλαιολιθικά ευρήματα στην Ανατολική Αττική», Αρχαιολογία και Τέχνες, τ. 67, Αθήνα 1998:80.
  • «Παλαιολιθικά ευρήματα στη νήσο Κρήτη», Αθήνα 1998.
  • «Παλαιολιθικές έρευνες στην Ελλάδα – Ημερολόγιο μιας συνωμοσίας», Αθήνα 1999. Εκτεταμένο υπόμνημα προς το Γραφείο Υπουργού του Υπουργείου Πολιτισμού.
  • «Παλαιολιθικά σύλλεκτα», Αθήνα 2001. Ενημερωτικό δελτίο – Προπαρασκευαστική πρόταση αξιοποίησης ερευνητικού έργου.
  • «Η παλαιολιθική Ελλάδα», Αθήνα 2003 (υπό δημοσίευση).
  • «Παλαιολιθικά σύλλεκτα -Πρόταση αξιοποίησης ερευνητικού έργου». Υπόμνημα προς το Γραφείο Υφυπουργού του Υπουργείου Πολιτισμού, Αθήνα 2004.

Οι πιο πάνω δημοσιεύσεις συνιστούν μια (ανολοκλήρωτη) συγγραφική δραστηριότητα πάνω σε προμελέτες ή σχέδια μελετών. Η όλη σειρά συμπυκνώνεται σε 1.200 περίπου σελίδες κείμενα με εικόνες, σχέδια και χαρτογραφίες. Οι γραπτές αυτές μαρτυρίες συμπληρώνονται με ανάλογες συνεντεύξεις στον τύπο και τηλεοπτικές παρουσιάσεις. Θα πρέπει να συνυπολογισθεί επίσης, ως συνάρτημα του συγγραφικού έργου, ένα εκτεταμένο υλικό αλληλογραφίας με κρατικές υπηρεσίες και εκπαιδευτικά ιδρύματα, πλούσιο σε επιστημονικές πληροφορίες αλλά και ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις σχετικά με θέματα επιστημονικής δεοντολογίας που άπτονται με το καθεστώς που επικρατεί στην Ελλάδα αναφορικά με τις δραστηριότητες στον τομέα των ανθρωπολογικών επιστημών.

Ορισμένα σημαντικά ευρήματα που προήλθαν από τις αναγνωριστικές έρευνες περιόδου 1976-81 κατατέθηκαν με προθεσμία στο Ανθρωπολογικό Μουσείο Πετραλώνων Χαλκιδικής, στο Ανθρωπολογικό Μουσείο και στο Φυσιογραφικό Μουσείο του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ όπως έχει ήδη γνωστοποιηθεί, από το 1981 διερευνάται η δυνατότητα κατάθεσης του συγκεντρωθέντος υλικού σε επιστημονικό φορέα συναφών ενδιαφερόντων με σκοπό την επιστημονική και μουσειακή αξιοποίησή του.

Δραστηριότητα στο γνωστικό πεδίο

Κύριες θεματικές περιοχές:

Οργάνωση ερευνητικών προγραμμάτων
Αναγνωριστική έρευνα υπαίθρου και παλαιοαρχαιολογική τοπογραφία
Αρχαιολογία του τεχνηματικού χώρου
Αισθητική του ασυμμετρικού αντικειμένου
Τυπολογική ταξινόμηση
Πειραματική αρχαιολογία
Εφαρμογές στον τομέα της παραδοσιακής λιθοδομίας και χειροτεχνίας
Σχεδιαστική ανάλυση πάνω σε πρότυπα λιθικών τεχνέργων

Γενική απογραφή του ερευνητικού έργου

Σχετικά με τα αποτελέσματα των αναγνωριστικών εργασιών που πραγματοποιήθηκαν στο χρονικό διάστημα από το 1976 μέχρι και το 1981, ενδεικτικά σημειώνονται:

· Η ανακάλυψη νεοπλειστολιθικής και αρχαιολιθικής στρωματογραφίας στην ευρύτερη περιοχή της Μάνης, στην επαρχία Επιδαύρου Λιμηράς και εν μέρει στη νήσο Κυθήρων.
· Η διαπίστωση της χρήσης του ασβεστόλιθου για την κατασκευή εξειδικευμένων εργαλείων, για πρώτη φορά στην Ελλάδα και κατ’ εξαίρεση στις παλαιολιθικές εναποθέσεις της Μάνης.
· Η ανακάλυψη δύο απολιθωμένων κρανίων με ανάμεικτα χαρακτηριστικά νεαντερταλοειδούς – πρώιμου Homo sapiens στο Απήδημα Λακωνίας (1976-79) και άλλων στοιχείων παλαιοντολογικού ενδιαφέροντος σε άγνωστες προηγούμενα θέσεις. Ανάμεσα στα σημαντικά ευρήματα αυτής της κατηγορίας εντάσσεται και ο απολιθωμένος σκελετός πλειστοκαινικού ελέφαντα που επισημάνθηκε σε παλαιολιθική στρωματογραφία στον όρμο Κακουρίου Μέσα Μάνης.
· Ο εντοπισμός και καταγραφή των πηγών προμήθειας πυριτικών υλών για την υποστήριξη των παλαιολιθικών λιθοτεχνιών στις προαναφερθείσες περιοχές.

· Η ανακάλυψη νεοπλειστολιθικής λιθοτεχνίας στην κεντρική Πελοπόννησο (Αλεποχώρι Αρκαδίας κ.α.).
· Η αναγνώριση, για πρώτη φορά, γεωλογικών στρωμάτων του ανώτερου μειοκαινικού ορίζοντα στην περιοχή Γυθείου Λακωνίας (την ύπαρξη μειοκαινικής στρωματογραφίας στη νότια Πελοπόννησο και ειδικότερα στην περιοχή της Λακωνίας είχαν αποκλείσει οι διάφορες ξένες ή ελληνικές γεωλογικές αποστολές που έλαβαν χώρα κατά το παρελθόν).
· Ο εντοπισμός παλαιολιθικών καταλοίπων στον οικιστικό χώρο της Παλιάς Πόλης Αρεόπολης Λακωνίας.
· Η ανακάλυψη για πρώτη φορά παλαιολιθικών λιθώνων στις Κυκλάδες και σε άλλα απομακρυσμένα νησιά του Αιγαίου (Κρήτη, Ικαρία, Λέσβο κ.α.). Επίσης, στην Αττική, Θεσσαλία και Θράκη (Πεντελικό, Λάρισα, Κομοτηνή κ.α.).
· Η ανακάλυψη για πρώτη φορά της ύπαρξης παλαιολιθικών λατομείων στον ελληνικό χώρο.
· Η επισήμανση παλαιολιθικής λιθοτεχνικής δραστηριότητας στην περιοχή των νεολιθικών ορυχείων οψιανού της Μήλου.
· Η αναγνώριση πολλών νέων παλαιολιθικών θέσεων και ειδικότερα των αρχαιοπλειστολιθικών φάσεων στη Δυτική Ήπειρο και στα Επτάνησα (Κανέτα, Τσιρόπολη, Κοκκινοπηλός, Σάμη, Αλυκές κ.α.).
· Η επαναξιολόγηση γνωστών παλαιολιθικών θέσεων (Κοκκινοπηλός, Σάμη, Άγιος Γεώργιος).
· Η διαπίστωση της κατασκευής και χρήσης παραπληρωματικών λίθινων εργαλείων από υλικά της παλαιολιθικής παράδοσης στη νεολιθική περίοδο.
· Η διαπίστωση της χρήσης χαλαζία για την κατασκευή εργαλείων σε όλο το φάσμα της εξέλιξης.
· Η συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων ως προς το γεγονός ότι, από τα αρχαιότερα ακόμη στάδια της παλαιολιθικής εποχής χρησιμοποιούνται -αντίθετα από την άποψη που επικρατεί-, πυριτικές ύλες σε πρωτογενή κυρίως μορφή και όχι δευτερογενείς διαπλάσεις (κροκαλώδεις ύλες).

Στις γενικές δραστηριότητες που πλαισιώνουν τις αναγνωριστικές περιοδείες θα πρέπει να συνυπολογιστούν ακόμη :

· Η συγκέντρωση πληροφοριών για τη χρήση πυριτόλιθου στις νεότερες εποχές (π.χ., οικοτεχνίες δοκανών, παραπληρωματικά εργαλεία, παραδοσιακές χρήσεις του χαλαζία στην κεραμουργία κ.λπ.).
· Η καταγραφή στοιχείων γεωνομικού χαρακτήρα σε σχέση με τις παλαιολιθικές δραστηριότητες.
· Η εφαρμογή για πρώτη φορά στην Ελλάδα, καθιερωμένων (στο εξωτερικό), ή και νέων, πρωτότυπων μεθόδων πειραματικής αρχαιολογίας.
· Η επινόηση μεθόδων αναγνώρισης παλαιολιθικών θέσεων με πρόβλεψη μέσω αναλύσεων γεωλογικών χαρτών.
· Η επισήμανση νέων εργαλειακών τύπων και η εξαγωγή τυπολογίας για τα παλαιότερα αρχαιολιθικά συστήματα.
· Η επεξεργασία προτάσεων ορολογικής διατύπωσης για τις τυπολογικές κατηγορίες της αρχαιότερης παλαιολιθικής και αρχαιολιθικής παράδοσης.
· Η διατύπωση της θεωρίας των παραπληρωματικών εργαλείων.
· Η εκπόνηση χαρτογραφικών και άλλων εξειδικευμένων σχεδιαστικών εργασιών στα πλαίσια επεξεργασίας σε συνθήκες εργαστηρίου των συγκεντρωθέντων στοιχείων υπαίθρου.
· Η δημιουργία φωτογραφικού αρχείου.
· Η συγγραφή άρθρων με τη μορφή προκαταρκτικών ανακοινώσεων.
· Η εκπόνηση εξειδικευμένων προμελετών και η δημοσίευσή τους.
· Η παράδοση μαθημάτων παλαιολιθικής αρχαιολογίας σε φοιτητές του Πανεπιστημίου Αθηνών (1980-84/1993).
· Η εκτέλεση αναστηλωτικών έργων σε παραδοσιακές κατοικίες της περιοχής Αρεόπολης Λακωνίας με επιμορφωτικούς στόχους, καθώς και η επί μακρού χρόνου επιτόπια συμμετοχή σε δραστηριότητες πετράδικων συνεργείων με σκοπό τη μελέτη, στο επίπεδο των πρακτικών εφαρμογών, των σχέσεων ανάμεσα στις τεχνικές λάξευσης που εφαρμόζονται στην παραδοσιακή λιθοδομία και στις παλαιολιθικές τεχνικές λάξευσης του πυριτόλιθου 
(1981-94).
· Ξεναγήσεις επιστημόνων επισκεπτών και φοιτητών του Πανεπ. Αθηνών με επιμορφωτικό χαρακτήρα (1980-03).

Ως ελάχιστη ένδειξη της έκτασης που έλαβε η αναγνωριστική εργασία, σημειώνονται εν συντομία τα εξής στοιχεία : κατά τη διάρκεια της ερευνητικής περιόδου 1976-85 οι αναγνωριστικές εξορμήσεις και εν γένει δραστηριότητες υπαίθρου κάλυψαν 300.000 οδικά χιλιόμετρα και 30.000 ναυτικά μίλια. Μέχρι και το 1982 συγκεντρώθηκαν περίπου 20.000 δείγματα (αριθμός ο οποίος ανακοινώθηκε το 1983), πολλά από αυτά μεγάλης διατομής. Η αρχική περισυλλογή συμπληρώθηκε μέχρι το 1985 με άλλα 10.000 περίπου δείγματα. Το σύνολο αυτών περιλαμβάνει διάφορες κατηγορίες ευρημάτων, όπως : γεωλογικά δείγματα, ιδιότυπα φυσικά πετρώματα χρήσιμα για συγκριτικές παρατηρήσεις, λίθινα εργαλεία, μεγάλο αριθμό από υποπροϊόντα επεξεργασίας του πυριτόλιθου και προϊόντα από χρήσεις πυριτόλιθου στις νεότερες εποχές, απορρίμματα από οικογενή εναποθέματα κ.ά. Περιλαμβάνονται ακόμη υλικά παλαιοντολογικού ενδιαφέροντος, όπως και μικρός αριθμός πυρίδαπτων οστών και εξειδικευμένων οστέινων εργαλείων. Ο χρόνος που δαπανήθηκε συνολικά στην αναγνωριστική δραστηριότητα, την προκαταρκτική μελέτη του συγκεντρωθέντος υλικού και τη μερική δημοσιοποίηση των ερευνητικών αποτελεσμάτων υπολογίζεται στις 80.000 εργατώρες.

Η διεξαγωγή της αναγνωριστικής έρευνας καθώς και τα αποτελέσματα αυτής, έγιναν γνωστά ήδη από το Σεπτέμβριο 1978 με κάθε δυνατό τρόπο μέσα στα πλαίσια μιας ανυποστήρικτης ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Σχετικές ενημερώσεις ή προτάσεις συνεργασίας έχουν γίνει στην Ανθρωπολογική Εταιρεία Ελλάδος (ΝΠΙΔ), στο Ανθρωπολογικό Μουσείο της Ιατρικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, στην Πρυτανεία του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, στο Γεωλογικό και Ορυκτολογικό Μουσείο του Πανεπιστημίου Αθηνών, στο Φυσιογραφικό Μουσείο του Τμήματος Βιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών (Τομέας Ανθρωπολογίας), στην Εφορεία Σπηλαιολογίας – Παλαιοανθρωπολογίας του Υπουργείου Πολιτισμού, στη Διεύθυνση Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού, στην Υπηρεσία Αρχαιοπωλών και Ιδιωτικών Αρχαιολογικών Συλλογών του Υπουργείου Πολιτισμού, σε τοπικές αρχαιολογικές υπηρεσίες, στο Δήμο Αρεόπολης Λακωνίας (σήμερα Δήμος Οιτύλου), στο Δήμο Προσοτσάνης του νομού Δράμας, στο Μουσείο Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας (Κέντρο Γαία).

Ένα σημαντικό μέρος από τα κινητά ευρήματα έχουν παραχωρηθεί και φυλάσσονται προσωρινά στο Ανθρωπολογικό Μουσείο Πετραλώνων Χαλκιδικής και στο Ζωολογικό Μουσείο του Πανεπιστημίου Αθηνών (Τομέας Ανθρωπολογίας).


Συμμετοχές στα εκπαιδευτικά προγράμματα

Γ. Παπαδόπουλος, Μ. Γερογιάννης, Α. Ντάρλας, Ε. Σαχπέρογλου [C. Runnels] (1981-85), Ν. Πουλιανός (1986), Γ. Ανδρεΐκος (1987), Ν. Κωσταντακάκος (1981-86), Δ. Τσατσούλης (1986-93), Θ. Αλέπης (1986-91), Ε. Ψάθη, Ουρ. Πάλη, Ιφ. Παπαδέα (1992-93), Δ. Πανταζή (1997).
Στα προγράμματα πειραματικής αρχαιολογίας συμμετείχε ο κάτοικος Αρεόπολης Δ. Τσατσούλης (1991-92).

Συμμετοχές σε επιμορφωτικές ξεναγήσεις

Γ. Κατσώνης (1965-85), Ν. και Γ. Ανδρεΐκος (1977-85), Κ. Ανδρεΐκος (1979-85), Ν. Σαρής (1979-80), Κ. Μαλέσκου (1981-82), Α. Πουλιανός, Μ. Γερογιάννης (1981), Α. Ντάρλας (1981-84), Γ. Παπαδόπουλος (1982), Ν. Κωσταντακάκος (1981-85), Θ. Σκουλής (1982), Ν. Πουλιανός (1989), Α. Μ. (1992-93).

Οικονομική υποστήριξη σε ερευνητικά προγράμματα και συναφείς δραστηριότητες

1. Στην Ανθρωπολογική Εταιρεία Ελλάδος οικονομική ενίσχυση 100.000 δρχ. προς υποστήριξη εκδοτικών δραστηριοτήτων.
2. Κάλυψη των δαπανών στα ειδικά εκπαιδευτικά προγράμματα για φοιτητές της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών με αντικείμενο την παλαιολιθική αρχαιολογία, ύψους 500.000 δρχ.
3. Χρηματοδότηση και άλλα υλικά βοηθήματα υπέρ της Εφορείας Σπηλαιολογίας – Παλαιοανθρωπολογίας του ΥΠΠΟ, στα πλαίσια της οργάνωσης και διεξαγωγής των πρώτων ανασκαφών στο παλαιολιθικό σπήλαιο Καλαμάκι Αρεόπολης με τη συνεργασία (;) του γαλλικού Ινστιτούτου Παλαιοντολογίας του Ανθρώπου. Συνολικές υλικές προσφορές αξίας 1.500.000 δρχ.
4. Προσφορά 100.000 δρχ. στο Δήμο Αρεόπολης προς ενίσχυση της νομικής υποστήριξης του Δήμου για την ενημέρωσή του αναφορικά με τις ανασκαφικές δραστηριότητες του γαλλικού Ινστιτούτου Παλαιοντολογίας του Ανθρώπου στην περιοχή της Μάνης.
5. Χρηματοδότηση της προμελέτης για τις νεοπαλαιολιθικές λιθοτεχνίες που προήλθαν από τις διεξαχθείσες ανασκαφές του Ανθρωπολογικού Μουσείου Αθηνών (;) στο Απήδημα Λακωνίας, με οικονομική συμμετοχή της “CERAMOS ΕΠΕ” . Συνολική δαπάνη 1.500.000 δρχ.
6. Στην εφημερίδα «Η Φωνή της Μάνης» συνολική προσφορά υπηρεσιών αξίας 500.000 δρχ., εκ των οποίων 20.000 δρχ. για τα ιδρυτικά έξοδα και την εκτύπωση των πρώτων φύλων, στα πλαίσια κοινών προσπαθειών ομάδας Αρεοπολιτών για τη δημιουργία πολιτιστικού φορέα με επιμορφωτικό προσανατολισμό. (Αναγκαία διευκρίνηση : Η εν λόγω εφημερίδα βαθμιαία απομακρύνθηκε από τον αρχικό σκοπό για να μετατραπεί σε εμπορική επιχείρηση και σε όργανο του τοπικού μικροπολιτικού παραγοντισμού. Ως προς τη μη επιθυμητή αυτή εξέλιξη, ο αναφερόμενος στο παρόν ουδεμία έχει ευθύνη).

Συνέχεια στην επόμενη σελίδα